Τα ιστολόγια, τα οποία βασίζονται στις τεχνολογικές αρχές της κοινωνικής
δικτύωσης και αποτελούν τμήμα των εργαλείων του Web 2.0, εντάσσονται
στην εκπαιδευτική διαδικασία προκειμένου να υποστηρίξουν μαθησιακές
διεργασίες μέσα από τις ιδιότητες της συμμετοχικότητας, της δημιουργίας
περιεχομένου, της ανταλλαγής απόψεων, της συνεχούς αλληλεπίδρασης, της
ατομικής δράσης και της κοινωνικής μάθησης.
Το θεωρητικό πλαίσιο της ένταξης των ιστολογίων στη μαθησιακή διαδικασία ακολουθεί τις αρχές των εποικοδομητικών προσεγγίσεων για τη μάθηση (
Jonassen, et al, 1995) και διαμορφώνεται με βάση το πλαίσιο ερμηνείας του κονεκτιβισμού (
Siemens, 2005) για τη μάθηση με διαδικτυακά εργαλεία και κοινότητες μάθησης. Σύμφωνα με τις εποικοδομητικές προσεγγίσεις, η μάθηση μέσα από την αξιοποίηση των ιστολογίων αποτελεί αποτέλεσμα διαδικασιών όπως:
- Η αυτοέκφραση, η οποία αφορά στην καταγραφή συναισθημάτων, σκέψεων και εμπειριών.
- Η αυτό-ανάκλαση, η οποία αφορά στη θεώρηση των παραπάνω για την απόδοση προσωπικού νοήματος και συμπερασμού.
- Η κοινωνική αλληλεπίδραση, η οποία αφορά τόσο στην ανταλλαγή ιδεών (γνωστική) όσο και στην ανθρώπινη επαφή και την παροχή υποστήριξης (κοινωνικο-συναισθηματική).
- Ο ανακλαστικός διάλογος, ο οποίος πραγματώνεται μέσα από το στοχασμό και την εμβάθυνση σε μια προβληματική κατάσταση στο πλαίσιο μιας κοινότητας μάθησης.
Η αξιοποίηση των ιστολογιών ως εργαλείου μάθησης μπορεί να υποστηρίξει την ατομική διάσταση της μάθησης όπως αυτή επιτυγχάνεται μέσα από την αυτο-έκφραση και την αυτο-ανάκλαση καθώς και την κοινωνική διάσταση της γνώσης, η οποία αναπτύσσεται στο πλαίσιο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και του ανακλαστικού διαλόγου. Η σύνθεση και η συνδιαλλαγή μεταξύ κοινωνικών-ψυχολογικών λειτουργιών (αυτο-έκφραση και κοινωνική αλληλεπίδραση) καθώς και μεταξύ γνωστικών λειτουργιών (αυτο-ανάκλαση και ανακλαστικός διάλογος) μπορούν να δημιουργήσουν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη των ικανοτήτων των μαθητών και την επίτευξη ουσιαστικών αποτελεσμάτων μάθησης (
Deng and Yuen, 2009).
Καθώς όμως τα ιστολόγια, όπως άλλωστε και όλα τα άλλα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης, διευκολύνουν την προσωπική εμπλοκή στη μάθηση και υποστηρίζουν τη συμμετοχικότητα στη διαχείριση της πληροφορίας και της επικοινωνίας, αναδύονται νέες θεωρητικές προσεγγίσεις για τον τρόπο που επιτυγχάνεται η μάθηση στα δυναμικά κοινωνικά διαδικτυακά περιβάλλοντα.
Σύμφωνα με τη θεωρία του κονεκτιβισμού (connectivism), η γνώση είναι κατανεμημένη σε ένα δίκτυο κόμβων (άνθρωποι, βιβλιοθήκες, ιστοχώροι, βάσεις δεδομένων, ή οποιαδήποτε άλλη πηγή πληροφορίας) οι οποίοι είναι συνδεμένοι μεταξύ τους (μονοπάτια για τη μετάβαση από έναν κόμβο στον άλλον), με τη μάθηση να βασίζεται στη δυνατότητα κατασκευής και διάσχισης συγκεκριμένων δικτύων συνδέσμων. Στο πλαίσιο αυτό,η γνώση βρίσκεται στη διαφορετικότητα της γνώμης, προκύπτει από τη διαδικασία σύνδεσης κόμβων, ενώ η διατήρηση και ο εμπλουτισμός των συνδέσεων προάγει την συνεχή μάθηση. Η απόφαση από το μαθητή για το ποιες συνδέσεις πρέπει να επιλέξει αποτελεί τη σημαντικότερη διεργασία μάθησης. Συνεπώς, επίκεντρο της μαθησιακής διαδικασίας αποτελεί η επιλογή και η σύνθεση των συνδέσεων μεταξύ πηγών πληροφόρησης που οδηγεί στην απόκτηση της γνώσης.
Οι δυο παραπάνω θεωρήσεις έχουν αρκετά κοινά σημεία καθώς δίνουν έμφαση σε διαδικασίες ενεργητικής εμπλοκής στη μαθησιακή διαδικασία, στην αξιοποίηση της κοινωνικής εμπειρίας, στην ανάπτυξη στρατηγικών μάθησης και στην κατασκευής της γνώσης από τον ίδιο το μαθητή. Η διαφορά τους έγκειται στο ότι οι εποικοδομητικές προσεγγίσεις και κυρίως ο κοινωνικός εποικοδομητισμός, επιχειρούν να ενσωματώσουν τα τεχνολογικά εργαλεία σε δραστηριότητες που αποσκοπούν στη βελτίωση των γνωστικών διαδικασιών και στην ανάπτυξη των νοητικών ικανοτήτων του μαθητή, ενώ ο κονεκτιβισμός δίνει έμφαση όχι μόνο στο πώς αλλά και το τι μαθαίνει ο μαθητής καθώς συνδέει κομμάτια πληροφορίας και αξιοποιεί την υπάρχουσα εμπειρία για να εμπλουτίζει τις γνώσεις του μέσα από τα σύγχρονα δίκτυα μάθησης.
Σε ερευνητικό επίπεδο αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των εργασιών που επιχειρούν να εντάξουν και να αξιολογήσουν τη συμβολή των ιστολογιών στην μαθησιακή διαδικασία, άλλες φορές εμπειρικά και άλλες φορές υπό το πρίσμα των θεωρητικών αρχών που προαναφέρθηκαν. Η συνεισφορά των ιστολογίων στην εκπαιδευτική διαδικασία αποτελεί ανοικτό θέμα, καθώς ζητούμενο αποτελεί η ανάδειξή τους στο πλαίσιο καινοτόμων και παιδαγωγικά ουσιαστικών δραστηριοτήτων, πολύ πιο δυναμικών και ευέλικτων, σε σχέση με την παραδοσιακή διδασκαλία.
Αν και η τεχνολογική υποδομή αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση των μαθητών σε κόμβους πληροφόρησης και γνώσης στο σχολικό περιβάλλον, η ενίσχυση της συνεργατικότητας και η εμπλοκή όλων των μαθητών στη μαθησιακή διαδικασία, η αναθεώρηση των μεθόδων αξιολόγησης επίτευξης της γνώσης, ο ρόλος της διαδικτυακής επικοινωνίας μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών αλλά και η στάση των εκπαιδευτικών απέναντι σε μαθητές που αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους στον ψηφιακό κόσμο, αποτελούν θέματα στα οποία η σύγχρονη έρευνα καλείται να δώσει απαντήσεις.